Πανελλήνιος Σύνδεσμος Αγωνιστών Κύπρου 1974

Κυπριακό Πρόβλημα

Η διακηρυγμένη πολιτική της Τουρκίας προς την Κύπρο, από υποστηρικτική του αποικιακού στάτους κβο που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950, άρχισε να κλίνει προς την πολιτική της διχοτόμησης της νήσου στη βάση της εθνικής καταγωγής. Ο καθηγητής Νιχάτ Ερίμ, στον οποίο ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ατνάν Μεντερές ανάθεσε τη διαμόρφωση μιας πολιτικής για την Κύπρο, ετοίμασε και υπέβαλε τον Νοέμβριο του 1956 υπόμνημα, προτείνοντας τη γεωγραφική διαίρεση του νησιού σε συνδυασμό με τη μετακίνηση πληθυσμών. Αυτή η πρόταση για σαφή εθνικό διαχωρισμό θα κατέληγε στον σχηματισμό δύο χωριστών πολιτικών οντοτήτων, μιας ελληνικής και μιας τουρκικής, καθεμιά από τις οποίες θα προχωρούσε σε πολιτική ένωση με την Ελλάδα και την Τουρκία αντίστοιχα. Τέλος, το υπόμνημα σημείωνε ότι η Τουρκία θα έπρεπε παράλληλα να συμμετέχει στην ασφάλεια του ελληνικού τομέα της νήσου. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η προσέγγιση εξακολουθεί να αποτελεί τη βάση της τουρκικής πολιτικής έναντι της Κύπρου μέχρι σήμερα.

Με γνώμονα το υπόμνημα, στρατιωτικοί από την Τουρκία υποβοήθησαν τη δημιουργία μυστικών παραστρατιωτικών τουρκοκυπριακών οργανώσεων (Βολκάν – ΤΜΤ) που είχαν ως βασική επιδίωξη την εξόντωση Τουρκοκυπρίων που αγωνίζονταν για την προώθηση κοινών κοινωνικών και πολιτικών σκοπών με τους Ελληνοκυπρίους και την επιβολή της διχοτόμησης. Η στρατολόγηση μελών γινόταν βασικά από τις τάξεις των παραστρατιωτικών δυνάμεων ασφαλείας που είχε σχηματίσει η αποικιακή διακυβέρνηση για την καταπολέμηση του εθνικού απελευθερωτικού κινήματος στην Κύπρο, οι οποίες απαρτίζονταν αποκλειστικά από Τουρκοκύπριους. Με στόχο την απόλυτη επιρροή στους Τουρκοκυπρίους, η ΤΜΤ διεξήγαγε μια εκστρατεία δολοφονικής τρομοκρατίας ενάντια στους ομοεθνείς τους στα εργατικά συνδικάτα και στους κυριότερους θεσμούς όπου μέλη και των δύο κοινοτήτων συνεργάζονταν για την επίτευξη κοινών σκοπών. Συνεπώς, όπως καταδεικνύει η δράση της, η ΤΜΤ επεδίωκε στρατηγικά τη σύγκρουση με τους Ελληνοκυπρίους ώστε να προκαλέσει τη διχοτόμηση. Η τουρκοκυπριακή εθνικιστική ηγεσία μετατράπηκε ουσιαστικά σε όργανο για την εφαρμογή της πολιτικής της Τουρκίας στην Κύπρο. Η αλλαγή πολιτικής του Τουρκικού Εθνικού Κόμματος αντικατοπτριζόταν στο νέο του όνομα: «Η Κύπρος είναι Τουρκική».

Το 1958, μετά το ξέσπασμα διακοινοτικών συγκρούσεων και την πρόταση ενός διχοτομικού σχεδίου από τη βρετανική κυβέρνηση, το εθνικό απελευθερωτικό κίνημα της Κύπρου, υπό την ηγεσία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, αποδέχτηκε μια λύση περιορισμένης ανεξαρτησίας, οι συνισταμένες της οποίας είχαν τύχει επεξεργασίας στη Ζυρίχη από τις κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας. Το Σύνταγμα συγκεκριμένα, κατάτασσε τους πολίτες σε Έλληνες και Τούρκους. Τα αιρετά αξιώματα καταλαμβάνονταν με χωριστές εκλογές. Σε κάθε πόλη θα ιδρύονταν χωριστοί δήμοι και θα γίνονταν χωριστές εκλογές για την πλήρωση όλων των αιρετών θέσεων του δημοσίου. Θέσεις διορισμού και προαγωγής, όπως στη δημόσια υπηρεσία και την αστυνομία, μοιράζονταν ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους με αναλογία 70-30. Στον στρατό, η αναλογία αυτή γινόταν 60-40. Ο Πρόεδρος ήταν εξ ορισμού Έλληνας και ο Αντιπρόεδρος Τούρκος, με τον καθένα να εκλέγεται από την αντίστοιχη κοινότητα. Ο Τουρκοκύπριος Αντιπρόεδρος μπορούσε, ασκώντας το δικαίωμα της αρνησικυρίας, να εμποδίσει τις αποφάσεις του Προέδρου, ενώ στη Βουλή των Αντιπροσώπων οι δημοσιονομικοί, δημοτικοί και εκλογικοί νόμοι απαιτούσαν χωριστές πλειοψηφίες.

Η Τουρκοκυπριακή ηγεσία χρησιμοποίησε πλήρως τα συνταγματικά της προνόμια για να παρεμποδίσει τις αποφάσεις της κυβέρνησης, καθιστώντας έτσι τη διακυβέρνηση της νεαρής Δημοκρατίας δύσκολη και ανεπαρκή.

Το 1963, όταν οι Τουρκοκύπριοι βουλευτές στη Βουλή των Αντιπροσώπων απέρριψαν τον προϋπολογισμό, προκαλώντας συνταγματική κρίση, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος αποφάσισε να υποβάλει στον Τουρκοκύπριο Αντιπρόεδρο προς μελέτη προτάσεις για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούσαν στην εξάλειψη ορισμένων αιτιών προστριβής που εμπόδιζαν την ομαλή λειτουργία του κράτους. Η Τουρκία και η Τουρκοκυπριακή ηγεσία απέρριψαν τις προτάσεις και συνέχισαν να υποδαυλίζουν την ένταση και τον διαχωρισμό εξαναγκάζοντας τους Τουρκοκύπριους να αποσυρθούν από τις θέσεις τους στους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αμέσως η Τουρκοκυπριακή ηγεσία ζητά ανοικτά πλέον τη  διχοτόμηση και η Άγκυρα απειλεί να εισβάλει στο νησί.

Μεγάλος αριθμός Τουρκοκυπρίων εγκαταστάθηκαν σε θύλακες, ως αποτέλεσμα της προσπάθειας της Τουρκίας και της εθνικιστικής ηγεσίας τους να επιβάλει την de facto διχοτόμηση στο νησί. Για τον ίδιο σκοπό στοχοποιήθηκαν και δολοφονήθηκαν μέλη της τουρκοκυπριακής κοινότητας, που υποστήριζαν τη συνεργασία μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Πέραν του φυσικού και πολιτικού διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων, για την Τουρκία, οι θύλακες ήταν επίσης προγεφυρώματα για διευκόλυνση της σχεδιαζόμενης εισβολής. Μάλιστα, όταν τον Αύγουστο του 1964 η κυβέρνηση προσπάθησε να ελέγξει το προγεφύρωμα των Κοκκίνων, η Τουρκική αεροπορία βομβάρδισε την Εθνική Φρουρά και τα πέριξ ελληνοκυπριακά χωριά με βόμβες ναπάλμ και απείλησε εκ νέου να εισβάλλει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, με το Ψήφισμα 186, (1964), με αίτημα του Προέδρου Μακαρίου, εγκαθιδρύει την Ειρηνευτική Δύναμη Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (UNFICYP) με σκοπό την αποφυγή της επανάληψης των συγκρούσεων, τη διατήρηση και αποκατάσταση του νόμου και της τάξης και διευκόλυνση της επαναφοράς σε συνθήκες ομαλότητας στην Κύπρο.

H τουρκική πολιτική υπόθαλψης της έντασης και του διαχωρισμού συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Η Τουρκία βρήκε την αφορμή να επιβάλει τα διχοτομικά της σχέδια εναντίον της Κύπρου μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, που διενήργησε η στρατιωτική χούντα των Αθηνών, κατά της εκλεγμένης κυβέρνησης του Προέδρου Μακαρίου. Στις 20 Ιουλίου, 1974 προφασιζόμενη ότι ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεως, η Τουρκία εισέβαλε στρατιωτικά στην Κύπρο καταλαμβάνοντας πέραν του 36% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκδιώκοντας τους  Ελληνοκύπριους νόμιμους ιδιοκτήτες από τις πατρογονικές τους εστίες, παραβιάζοντας κάθε κανόνα της διεθνούς νομιμότητας, περιλαμβανομένου του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Μέχρι το τέλος του επόμενου χρόνου, η πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων που ζούσαν σε περιοχές ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, είχαν επίσης μετακινηθεί στις υπό τουρκική κατοχή περιοχές, ως αποτέλεσμα της εκβιαστικής πολιτικής της Τουρκίας. Η Άγκυρα υλοποίησε έτσι τα διαχρονικά σχέδια της για τον εθνικό διαχωρισμό των κοινοτήτων και την τελική διχοτόμηση της Κύπρου. 

Η Τουρκία βρήκε την αφορμή να επιβάλει τα διχοτομικά της σχέδια σε βάρος της Κύπρου, μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, που διενήργησε η στρατιωτική χούντα των Αθηνών, κατά της εκλεγμένης κυβέρνησης του Προέδρου Μακαρίου. Στις 20 Ιουλίου 1974, η Τουρκία εισέβαλε στρατιωτικά στην Κύπρο παραβιάζοντας κάθε κανόνα της διεθνούς νομιμότητας, περιλαμβανομένου του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Την πρώτη αυτή φάση της παράνομης τουρκικής εισβολής ακολούθησε και δεύτερη φάση κατά την οποία καταλήφθηκε η πόλη της Αμμοχώστου. Η Τουρκία έθεσε υπό παράνομη στρατιωτική κατοχή πέραν του 36% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο και κατέχει μέχρι σήμερα.

Ως αποτέλεσμα της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής και κατοχής, 162.000 Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν και έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα και μέχρι σήμερα εμποδίζονται από τις κατοχικές αρχές να επιστρέψουν στα σπίτια και στις περιουσίες τους.

Μέχρι το τέλος του έτους 1975, η συντριπτική πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων που ζούσαν σε περιοχές ελεγχόμενες από την νόμιμη κυβέρνηση, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να μετακινηθούν, ως αποτέλεσμα της εκβιαστικής πολιτικής της Τουρκίας,  στο υπό τουρκική κατοχή έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

20.000 Ελληνοκύπριοι και Μαρωνίτες επέλεξαν να μην εγκαταλείψουν τα σπίτια τους παρά την τουρκική κατοχή. Οι περισσότεροι από αυτούς που παρέμειναν, κυρίως στη χερσόνησο της Καρπασίας υποχρεώθηκαν σταδιακά να εγκαταλείψουν την περιοχή. Ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων και  Μαρωνιτών που ζουν σήμερα σ’ αυτή την περιοχή έχει μειωθεί στους 300. Η δραματική μείωση του αριθμού των εγκλωβισμένων καθίσταται πιο συγκλονιστική αν λάβει κανείς υπόψη τη συμφωνία που επιτεύχθηκε στη Βιέννη στις 2 Αυγούστου 1975, με την οποία η τουρκική πλευρά αναλάμβανε να παράσχει στον εγκλωβισμένο πληθυσμό «κάθε βοήθεια για να διάγει ομαλή ζωή, περιλαμβανομένων διευκολύνσεων για την παιδεία και για την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων του, καθώς και ιατρική περίθαλψη από δικούς του γιατρούς και ελευθερία διακίνησης στον βορρά». Παραβιάζοντας τα συμφωνηθέντα, σε πρακτικό επίπεδο, η τουρκική πλευρά υπέβαλλε τους εγκλωβισμένους σε συνεχή παρενόχληση, περιορισμούς στη διακίνηση, άρνηση πρόσβασης σε επαρκή ιατρική φροντίδα, άρνηση επαρκών εκπαιδευτικών διευκολύνσεων, ιδιαίτερα πέραν της στοιχειώδους εκπαίδευσης, περιορισμούς του δικαιώματος χρήσης της ακίνητης περιουσίας τους και περιορισμούς της ελεύθερης άσκησης των θρησκευτικών δικαιωμάτων τους. Επρόκειτο, συνεπώς, για μια σκόπιμη πολιτική εθνικού ξεκαθαρίσματος, που ανάγκαζε τους εγκλωβισμένους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.

Παράλληλα, η Τουρκία εφάρμοσε από το 1974 συστηματική πολιτική εποικισμού του κατεχομένου τμήματος της Κύπρου με μαζική μεταφορά πέραν των 160000 Τούρκων εκ Τουρκίας με στόχο την  αλλαγή του δημογραφικού χαρακτήρα και  αλλοίωση της πληθυσμιακής ισορροπίας στο νησί . Η πολιτική αυτή, σε συνδυασμό με την εκδίωξη των Ελληνοκυπρίων κατοίκων της περιοχής, την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς και την παράνομη αλλαγή των γεωγραφικών τοπωνυμίων στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, στοχεύει στην εξάλειψη κάθε  ελληνικού και χριστιανικού στοιχείου που υπήρχε για αιώνες και εν τέλει στην τουρκοποίηση της περιοχής. Στοχεύει επίσης στην αλλαγή του ισοζυγίου δυνάμεων και του κοινωνικού ιστού στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση της τουρκοκυπριακής ηγεσίας με την πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης. Με τη μαζική δε μετανάστευση Τουρκοκυπρίων από τις κατεχόμενες περιοχές, ο ολικός αριθμός των Τούρκων στρατιωτών και εποίκων είναι τώρα μεγαλύτερος από τους εναπομείναντες Τουρκοκύπριους.

Σε πλήρη συνάρτηση με τον δεδηλωμένο στόχο της Τουρκίας για διχοτόμηση και εθνικό διαχωρισμό στο νησί, στις 15 Νοεμβρίου 1983 το κατοχικό καθεστώς προχώρησε σε μονομερή αποσχιστική ανακήρυξη της ούτω καλούμενης «Τουρκικής δημοκρατίας της βορείας Κύπρου», πράξη η οποία καταδικάστηκε από την διεθνή κοινότητα ως παράνομη και νομικά άκυρη. Συγκεκριμένα το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, με το ψήφισμα 541(1983) αποδοκίμασε την ανακήρυξη αυτή, τη χαρακτήρισε νομικά άκυρη και ζήτησε την ανάκληση της. Το Συμβούλιο Ασφαλείας κάλεσε όλα τα κράτη να σέβονται την κυριαρχία, ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και το αδέσμευτο της Κυπριακής Δημοκρατίας και να μην αναγνωρίζουν οποιοδήποτε κυπριακό κράτος άλλο από την Κυπριακή Δημοκρατία. Ανησυχώντας σοβαρά λόγω των περαιτέρω αποσχιστικών ενεργειών στο κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι οποίες παραβίαζαν το ψήφισμα 541 (1983), δηλαδή, τη δήθεν ανταλλαγή πρεσβευτών μεταξύ της Τουρκίας και της νομικά άκυρης οντότητας και τη μελετώμενη διεξαγωγή «συνταγματικού δημοψηφίσματος» και «εκλογών», καθώς και λόγω άλλων ενεργειών που αποσκοπούσαν στην περαιτέρω παγίωση της διαίρεσης της Κύπρου και των τότε απειλών για παράνομο εποικισμό των Βαρωσίων, το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθέτησε το ψήφισμα 550(1984) με το οποίο επαναβεβαίωσε το ψήφισμα 541 (1983) και  επανέλαβε την έκκλησή του προς όλα τα κράτη να μην αναγνωρίσουν την οντότητα που εγκαθιδρύθηκε με τις αποσχιστικές ενέργειες και παράλληλα τα κάλεσε να μη διευκολύνουν ή με οποιονδήποτε τρόπο βοηθήσουν την αποσχιστική οντότητα. Ταυτόχρονα το Συμβούλιο Ασφαλείας  χαρακτήρισε τις απόπειρες για εποικισμό οποιουδήποτε τμήματος των Bαρωσίων από πρόσωπα άλλα από τους νόμιμους κατοίκους τους ως απαράδεκτες και ζήτησε τη μεταβίβαση της περιοχής αυτής στη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών.

Από ανθρωπιστική άποψη, η πιο τραγική συνέπεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974 είναι οι αγνοούμενοι. Κατά και μετά την τουρκική εισβολή, χιλιάδες Ελληνοκύπριοι είχαν συλληφθεί και κρατηθεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Κύπρο από τους Τούρκους στρατιώτες και παραστρατιωτικούς, που ενεργούσαν υπό τις οδηγίες του τουρκικού στρατού. Επιπρόσθετα, πάνω από 2000 αιχμάλωτοι πολέμου είχαν μεταφερθεί παράνομα και κρατηθεί σε  φυλακές στην Τουρκία. Κάποιοι από αυτούς εξακολουθούν να αγνοούνται. Εκατοντάδες άλλοι Ελληνοκύπριοι, τόσο στρατιώτες όσο και πολίτες (περιλαμβανομένων ηλικιωμένων, γυναικών και παιδιών) εξαφανίστηκαν σε περιοχές υπό τουρκική κατοχή και μέχρι σήμερα αγνοείται η τύχη τους. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν καλά τεκμηριωμένες μαρτυρίες ότι τα αγνοούμενα πρόσωπα θεάθηκαν για τελευταία φορά εν ζωή στα χέρια του τουρκικού στρατού ή των παραστρατιωτικών ομάδων, που ενεργούσαν υπό τις οδηγίες και την ευθύνη των τουρκικών δυνάμεων κατοχής.

Διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού διεξάγονται από το 1975 υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στη βάση των σχετικών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας καθώς και των δύο Συμφωνιών Υψηλού Επιπέδου. Η πρώτη Συμφωνία υπογράφτηκε το 1977 από τον Πρόεδρο Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Τουρκοκύπριο κατοχικό ηγέτη Ραούφ Ντεκτάς και ήταν αυτή που έθεσε τις κατευθυντήριες γραμμές για τις μετέπειτα διαπραγματεύσεις. Στόχος ήταν η εγκαθίδρυση ανεξάρτητης, διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με μια κεντρική κυβέρνηση, η οποία θα είχε ενισχυμένες εξουσίες που θα  διασφάλιζαν την ενότητα της χώρας. Η δεύτερη Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου, η οποία συνομολογήθηκε το 1979 μεταξύ του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Σπύρου Κυπριανού και του κατοχικού ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς συμπεριέλαβε στις πρόνοιες της τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των βασικών ελευθεριών, την αποστρατιωτικοποίηση καθώς και ικανοποιητικές εγγυήσεις της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας. Προέβλεπε ακόμη να δοθεί προτεραιότητα στο θέμα της επιστροφής της Αμμοχώστου στους νόμιμους κατοίκους της.

Το 1994 ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης και ο Ραούφ Ντενκτάς συναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη για συνομιλίες χωρίς ωστόσο  αποτέλεσμα εξαιτίας της τουρκικής αδιαλλαξίας. Χαρακτηριστική είναι η έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ προς το Συμβούλιο Ασφαλείας στις 30.5.1994 όπου αναφέρει ότι: «Αυτή τη στιγμή το Σ.Α. έχει μπροστά του ένα γνωστό σενάριο: την απουσία συμφωνίας η οποία οφείλεται ουσιαστικά στην έλλειψη πολιτικής βούλησης από την τουρκοκυπριακή πλευρά».

Από τον Δεκέμβριο του 1999 μέχρι τον Νοέμβριο του 2000 πραγματοποιήθηκαν πέντε γύροι συνομιλιών χωρίς ούτε και αυτή τη φορά να υπάρξει πρόοδος λόγω της εμμονής του Τουρκοκύπριου ηγέτη να αναγνωριστεί το παράνομο μόρφωμα των κατεχομένων  ως ξεχωριστό, κυρίαρχο κράτος.

Στις 16 Ιανουαρίου 2002, άρχισαν απευθείας συνομιλίες μεταξύ του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκου Κληρίδη και του Τουρκοκύπριου κατοχικού ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς, χωρίς όμως και πάλι να σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος. Σε μια προσπάθεια ανακίνησης της διαδικασίας, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν παρουσίασε στις δύο πλευρές, στις 16 Νοεμβρίου 2002, λεπτομερές σχέδιο για συνολική διευθέτηση. Το σχέδιο υποβλήθηκε σε αναθεωρημένη μορφή τον Δεκέμβριο 2002 και τον Φεβρουάριο 2003.

Στις 10 Μαρτίου 2003, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών κάλεσε τον νέο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσο Παπαδόπουλο και τον Τουρκοκύπριο κατοχικό ηγέτη σε συνομιλίες στη Χάγη κατά τις οποίες τους ζητήθηκε να εξετάσουν επίσης το ενδεχόμενο να θέσουν το σχέδιο σε χωριστά δημοψηφίσματα. Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος συμφώνησε με την προϋπόθεση ότι το σχέδιο θα πρόσφερε ένα νομικό πλαίσιο που θα διασφάλιζε λειτουργική και διαρκή λύση και ότι τα θέματα ασφάλειας θα επιλύονταν μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Ο Τουρκοκύπριος κατοχικός ηγέτης, με την υποστήριξη της Τουρκίας, απέρριψε το σχέδιο και αρνήθηκε να το θέσει σε δημοψήφισμα. Ως αποτέλεσμα, οι συνομιλίες ναυάγησαν.

Στις 23 Απριλίου 2003 η τουρκική πλευρά, επιχειρώντας να βελτιώσει το αρνητικό κλίμα εναντίων της μετά από την ευρεία κριτική της διεθνούς κοινότητας και την απογοήτευση των Τουρκοκυπρίων, ανακοίνωσε τη μερική άρση των παράνομων περιορισμών που επέβαλλε ο τουρκικός στρατός από το 1974, στη διακίνηση των Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων από και προς τις κατεχόμενες περιοχές.

Το 2004 συμφωνήθηκε στη Νέα Υόρκη η επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών στη βάση του δεύτερου αναθεωρημένου Σχεδίου του Γενικού Γραμματέα, αποσκοπώντας σε συμφωνία για ένα τελικό κείμενο. Σε περίπτωση συνεχιζόμενου αδιεξόδου, ακόμα και μετά την ανάμιξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στη διαδικασία, ο Κόφι Ανάν, ασκώντας τη διακριτική εξουσία του, θα οριστικοποιούσε το κείμενο. Στη συνέχεια οι δύο κοινότητες θα αποφάσιζαν σε χωριστά, ταυτόχρονα δημοψηφίσματα.

Η προοπτική άσκησης επιδιαιτητικού ρόλου από τον Γενικό Γραμματέα αποδείχτηκε αντιπαραγωγική. Δεν διεξήχθησαν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις ούτε στην Κύπρο ούτε και στο Μπούργκενστοκ της Ελβετίας, αφού η τουρκική πλευρά ανάλωσε τον χρόνο υποβάλλοντας αιτήματα αντίθετα προς τις βασικές αρχές του Σχεδίου και με όσα είχαν μέχρι τότε συμφωνηθεί (agreed trade offs). Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ κατέθεσε το τελικό κείμενο (Ανάν V) στις δύο πλευρές στις 31 Μαρτίου 2004. Στις 24 Απριλίου 2004 διενεργήθηκαν χωριστά δημοψηφίσματα στις δύο κοινότητες. Με ποσοστό 64.9% οι Τουρκοκύπριοι ενέκριναν το σχέδιο ενώ με καθαρή πλειοψηφία του 75,8% οι Ελληνοκύπριοι το απέρριψαν.

Το «όχι» των Ελληνοκυπρίων δεν ήταν απόρριψη της επανένωσης του νησιού η οποία παραμένει ο πρωταρχικός στόχος. Ήταν η έκφραση πραγματικών ανησυχιών για ένα Σχέδιο με σοβαρά μειονεκτήματα. Οι ανησυχίες αφορούσαν κυρίως στο ότι το Σχέδιο δεν προέβλεπε την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο ούτε καταργούσε το δικαίωμα ξένων δυνάμεων για μονομερή επέμβαση, δεν πρόσφερε επαρκείς εγγυήσεις για την υλοποίηση των δεσμεύσεων της κάθε πλευράς, δεν προέβλεπε την αποχώρηση Τούρκων εποίκων από την Κύπρο (αντίθετα νομιμοποιούσε το διεθνές αυτό έγκλημα καθώς και τη μόνιμη εισροή εποίκων από την Τουρκία), δεν διασφάλιζε τη λειτουργικότητα του κράτους χωρίς αδιέξοδα ή περιορισμούς στην ψήφο με βάση την εθνικότητα, δεν διασφάλιζε το δικαίωμα όλων των Κυπρίων να αποκτήσουν περιουσία και να ζήσουν στον τόπο της επιλογής τους χωρίς αριθμητικούς περιορισμούς, το σύστημα ανάκτησης περιουσίας δεν αναγνώριζε τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους το 1974, ενώ το σύστημα αποζημιώσεων προέβλεπε οι ίδιοι οι Ελληνοκύπριοι να χρηματοδοτήσουν την αποκατάστασή τους.

Η λύση στο Κυπριακό πρόβλημα πρέπει να είναι δημοκρατική , δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη. Πρέπει επίσης να είναι συμβατή με τους νόμους και τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Συνθήκη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Η Κύπρος πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητο, ενιαίο κράτος με μια κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα. Επίσης η λύση δεν θα πρέπει να αναγνωρίζει επεμβατικά δικαιώματα σε οποιαδήποτε χώρα. Η Κύπρος δεν θα πρέπει να είναι όμηρος της Τουρκίας ή άλλων ξένων συμφερόντων.

Το 2005 πραγματοποιήθηκαν διάφορες επαφές και συναντήσεις διερευνητικού χαρακτήρα με αξιωματούχους των Ηνωμένων Εθνών. Το αποκορύφωμα των προσπαθειών αυτών ήταν η συνάντηση στη Λευκωσία του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου με τον Τουρκοκύπριο κατοχικό ηγέτη Μεχμέτ Αλί Ταλάτ στις 8 Ιουλίου 2006 στην παρουσία του Βοηθού Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για πολιτικές υποθέσεις Ibrahim Gambari. Κατά τη συνάντηση, συμφωνήθηκε Δέσμη Αρχών με βάση την οποία θα προετοιμαζόταν το έδαφος για νέες συνομιλίες. Οι δύο ηγέτες δεσμεύτηκαν, μεταξύ άλλων, να εργαστούν για την επανένωση της Κύπρου στη βάση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας και πολιτικής ισότητας όπως αυτή περιγράφεται στα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ. Συμφώνησαν επίσης την άμεση έναρξη συζήτησης σχετικά με θέματα που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή του λαού.

Ωστόσο, οι συνεχείς προσπάθειες της τουρκικής πλευράς για πολιτική αναβάθμιση του ψευδοκράτους, η εμμονή στον μύθο της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων, καθώς και οι αδιάλλακτες δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, δεν συνέβαλαν στις προσπάθειες υλοποίησης της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου, ούτε στην υλοποίηση της επιδίωξης μιας κοινώς αποδεκτής, δίκαιης και λειτουργικής λύσης.

Στις 15 Νοεμβρίου 2006, ο Βοηθός Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ για πολιτικές υποθέσεις, Ibrahim Gambari υπέβαλε προτάσεις για την εφαρμογή της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου. Ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος εξέφρασε την ετοιμότητα του να συμβάλει εποικοδομητικά στη διαδικασία. Οι προτάσεις του κ. Gambari προέβλεπαν την άμεση έναρξη της διαδικασίας με ταυτόχρονες διακοινοτικές συνομιλίες σε θέματα καθημερινότητας και σε θέματα ουσίας καθώς και, ανάλογα με την πρόοδο, την έναρξη συνολικών διαπραγματεύσεων. Προέβλεπε επίσης ότι όλα τα θέματα που θα παρουσίαζε η κάθε πλευρά θα αποτελούσαν αντικείμενο συζήτησης και ότι η διαδικασία θα εξαρτιόταν από τις δύο κοινότητες. Η διαδικασία δεν προχώρησε καθώς παρά τις προσπάθειες της κυπριακής κυβέρνησης και των Η.Ε. δεν κατέστη δυνατό να ξεπεραστούν τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν κατά την προπαρασκευαστική περίοδο λόγω του ότι η κατοχική τουρκοκυπριακή πλευρά αμφισβητούσε βασικά στοιχεία της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου.

Τον Φεβρουάριο του 2008, ο νέος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας, αμέσως μετά την εκλογή του επεδίωξε συνάντηση με τον Τουρκοκύπριο κατοχικό ηγέτη. Κατά τη συνάντηση τους στις 21 Μαρτίου 2008, αποφασίστηκε να προχωρήσει η σύσταση ομάδων εργασίας και τεχνικών επιτροπών και να καταρτιστεί κατάλογος των θεμάτων προς εξέταση. Αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί νέα συνάντηση σε τρεις μήνες για να αξιολογηθεί η πρόοδος με στόχο να καταστεί δυνατή η έναρξη απευθείας διαπραγματεύσεων, υπό την αιγίδα του Γ.Γ. του ΟΗΕ. Ταυτόχρονα αποφασίστηκε η διάνοιξη της οδού Λήδρας.

Στις 3 Απριλίου 2008 η δίοδος στην οδό Λήδρας άνοιξε, ενώ στις 18 Απριλίου άρχισαν να λειτουργούν έξι ομάδες εργασίας και επτά τεχνικές επιτροπές. Ελλείψει προόδου που να δικαιολογούσε την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, με πρωτοβουλία του Προέδρου Χριστόφια οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν ξανά στις 23 Μαΐου 2008, στην παρουσία του Ειδικού Αντιπροσώπου του ΟΗΕ στην Κύπρο Taye-Brook Zerihoun. Κατά τη συνάντηση επαναβεβαιώθηκε η δέσμευση για τη δημιουργία δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας με μια κυριαρχία, μια διεθνή προσωπικότητα, μια υπηκοότητα και με πολιτική ισότητα, όπως αυτή περιγράφεται στα ψηφίσματα του Σ.Α. του ΟΗΕ. Συμφωνήθηκε επίσης να επιδιωχθεί η διάνοιξη και άλλων οδοφραγμάτων. Περαιτέρω, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να εξεταστούν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Την 1η Ιουλίου 2008 οι δύο ηγέτες προέβησαν στην πρώτη ανασκόπηση του έργου των ομάδων εργασίας και των τεχνικών επιτροπών. Συζήτησαν επίσης τα θέματα της μιας κυριαρχίας και μιας υπηκοότητας για τα οποία συμφώνησαν, ως θέματα αρχής. Οι λεπτομέρειες αναφορικά με την εφαρμογή τους θα συζητούνταν κατά τις απευθείας συνομιλίες. Σε νέα συνάντηση στις 25 Ιουλίου 2008 αποφασίστηκε η έναρξη απευθείας διαπραγματεύσεων στις 3 Σεπτεμβρίου, 2008.

Στόχος της νέας διαπραγματευτικής διαδικασίας ήταν η εξεύρεση μίας λύσης «από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους» στη βάση μίας συμφωνίας των δύο ηγετών που θα λάμβανε την έγκριση του λαού και η οποία θα διασφάλιζε όλα τα θεμελιώδη και νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Σε κοινές δηλώσεις τους, οι δύο ηγέτες επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους σε μία διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, ενώ συμφώνησαν για μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα της ομόσπονδης Κύπρου. Θέλοντας να τονίσει την στήριξη του στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις ο Γ.Γ. του ΟΗΕ πραγματοποίησε τριμερή επίσκεψη στην Κύπρο στις αρχές του 2010. Στις 18 Απριλίου 2010 τον κατοχικό ηγέτη κ. Μεχμέτ Αλί Ταλάτ διαδέχεται στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας ο κ. Ντερβίς Έρογλου. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας και ο νέος Τουρκοκύπριος ηγέτης είχαν πολλές συναντήσεις μεταξύ τους χωρίς αποτέλεσμα μέχρι την 1η Ιουλίου 2012 όταν η Κύπρος ανέλαβε την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρίας η τουρκική πλευρά αρνιόταν να προσέλθει σε συνομιλίες παρά τις εξαρχής διαβεβαιώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας ότι δεν αποτελούσε εμπόδιο.

Στις 11 Φεβρουαρίου 2014, πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα των Η.Ε. η πρώτη επίσημη συνάντηση του νέου Πρόεδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Νίκου Αναστασιάδη και του κ. Ντερβίς Έρογλου, κατοχικού ηγέτη τον Τουρκοκυπρίων, η οποία έθεσε το πλαίσιο της νέας διαπραγματευτικής διαδικασίας και επαναβεβαίωσε τις βασικές αρχές της λύσης.

Η δρομολόγηση νέας διαδικασίας ουσιαστικών διαπραγματεύσεων ανανέωσε το διεθνές ενδιαφέρον, δημιουργώντας μια νέα θετική δυναμική για επίλυση του προβλήματος. Ακολούθησαν τρία χρόνια διαπραγματεύσεων που οδήγησαν σε σημαντική πρόοδο με αποτέλεσμα τον Ιούνιο του 2017 ο Γ.Γ. του ΟΗΕ κ. Αντόνιο Γκουτέρες να συγκαλέσει τη Διάσκεψη για την Κύπρο στο Κρανς Μοντανά της Ελβετίας. Στην Διάσκεψη έλαβαν μέρος η Κυπριακή Δημοκρατία, η τουρκοκυπριακή πλευρά με τον νέο κατοχικό ηγέτη της (από το 2015) κ. Μουσταφά Ακιντζί, οι τρείς εγγυήτριες δυνάμεις Ελλάδα, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο και η Ε.Ε. ως παρατηρητής. Η Διάσκεψη κατέληξε σε αδιέξοδο λόγω της επιμονής της Τουρκίας για μόνιμη παρουσία στρατευμάτων στην Κύπρο και για διατήρηση των επεμβατικών της δικαιωμάτων.

Παρά την αρνητική αυτή εξέλιξη, η κυπριακή κυβέρνηση παρέμεινε αταλάντευτα προσηλωμένη στην επίτευξη λύσης του Κυπριακού μέσω συνομιλιών υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Παρά τη μη εποικοδομητική στάση της Τουρκίας, ο Γ.Γ. του ΟΗΕ προχώρησε στον διορισμό της κυρίας Τζέην Χολ Λουτ ως Ειδικής Συμβούλου με στόχο την επανέναρξη διαδικασίας συνομιλιών. Διαδοχικοί γύροι επαφών οδήγησαν στη συνάντηση του Γ.Γ. του ΟΗΕ με τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων στις 25 Νοεμβρίου 2019 στο Βερολίνο κατά την οποία επαναβεβαιώθηκε η δέσμευση για την επίτευξη λύσης βασισμένης σε μια διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως ορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Στις 27 -29 Απριλίου 2021 ο ΓΓ του ΟΗΕ συγκάλεσε την άτυπη συνάντηση 5+1 για την Κύπρο, στη Γενεύη με στόχο την επίτευξη διεξόδου για την επανέναρξη διαδικασίας απευθείας συνομιλιών για λύση του κυπριακού. Δυστυχώς η άρνηση της Τουρκίας και του ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας να επαναβεβαιώσουν τη δέσμευση τους στη συμφωνημένη βάση λύσης  δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα όπως ορίζεται στα ψηφίσματα τω ΗΕ, η επιμονή τους σε αποδοχή του ίσου καθεστώτος «δύο κρατών» ως προϋπόθεσης για επανέναρξη συνομιλιών και η απόρριψη της πρόταση του ΓΓ για διορισμό ειδικού απεσταλμένου, οδήγησαν την προσπάθεια σε αδιέξοδο.

Επιπλέον, η Τουρκία προχώρησε στη δημιουργία νέων τετελεσμένων στις κατεχόμενες περιοχές, ανακοινώνοντας στις 23 Ιουλίου περαιτέρω παράνομες ενέργειες στα Βαρώσια οι οποίες παραβιάζουν τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Οι ενέργειες αυτές καταδικάστηκαν από το Συμβούλιο Ασφαλείας το οποίο εξέδωσε Προεδρική Δήλωση στις 23 Ιουλίου 2021, ζητώντας άμεση ανάκληση των παράνομων ενεργειών και πλήρη συμμόρφωση με τα σχετικά ψηφίσματα τα οποία προνοούν για την μεταφορά των Βαρωσίων στη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών. Οι παράνομες αυτές ενέργειες της Τουρκίας αναπόφευκτα έχουν αρνητικό αντίκτυπο στις προσπάθειες του ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών και της διεθνούς κοινότητας για τη δημιουργία ευνοϊκού κλίματος για την επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών.

 

ΠΗΓΗ : Υπουργείο Εξωτερικών Κυπριακής Δημοκρατίας